Παγκόσμια Ημέρα Νερού – Ευκαιρία να σκεφτούμε πόσο σημαντική είναι για τον τόπο μας η εξοικονόμηση του νερού

Εν μέσω μίας δύσκολης δοκιμασίας για ολόκληρο τον πλανήτη, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, τιμάται στις 22 Μαρτίου η Παγκόσμια Ημέρα Νερού, όπως αποφασίσθηκε για πρώτη φορά στη συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο στις 22 Δεκεμβρίου του 1992.  Η Παγκόσμια Ημέρα Νερού έχει καθιερωθεί για να υπενθυμίζει σε όλους τη σημασία του νερού και κυρίως την ανάγκη για σωστή διαχείριση των υδάτινων πόρων. Το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων (ΤΑΥ), βασιζόμενο σε αυτούς τους άξονες, έχει θέσει στις προτεραιότητές του την εφαρμογή μέτρων για προστασία και ορθολογική διαχείριση των υδάτων.

Κύπρος: η φτωχότερη σε νερό χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τέτοιες ημέρες κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί πόσο σημαντική είναι για τον τόπο μας η εξοικονόμηση του νερού. Διότι, μπορεί να διανύουμε μια ιδιαίτερα βροχερή περίοδο, ωστόσο η Κύπρος είναι η φτωχότερη σε νερό χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ανάγκες σε νερό είναι πολλαπλάσιες της διαθεσιμότητας των φυσικών της υδάτινων πόρων, οι οποίοι εξαρτώνται αποκλειστικά από τη βροχόπτωση. Βρισκόμαστε σε μια ημίξηρη περιοχή που υποφέρει από συχνές και εκτεταμένες ανομβρίες και σχεδόν μόνιμη κατάσταση λειψυδρίας. Η κλιματική αλλαγή έχει ήδη επηρεάσει την περιοχή μας και η βροχόπτωση έχει μειωθεί σημαντικά, με πέραν του 40% μείωση στην επιφανειακή απορροή των υδάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Αναγνωρίζοντας ότι η ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων αποτελεί ζήτημα υψίστης σημασίας για την κοινωνία και την αναπτυξιακή πορεία της χώρας μας, τον Ιούνιο του 2019 το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε τη Στρατηγική για τη Διαχείριση των Υδάτων Πόρων και την Αντιμετώπιση της Ανομβρίας στην Κύπρο. Η εν λόγω Στρατηγική εισηγείται τη λήψη νέων βραχυπρόθεσμων μέτρων για την περίοδο 2019–2022, μακροπρόθεσμων μέτρων για τη επταετία 2023–2030, καθώς και μέτρων ετοιμότητας για επαύξηση της διαθεσιμότητας νερού σε περιόδους εξαιρετικής και παρατεταμένης ξηρασίας στο μέλλον.

Πρώτιστο μέλημα της Στρατηγικής αποτελεί η διασφάλιση της συνεχούς επάρκειας νερού για όλες τις χρήσεις της κοινωνίας και της οικονομίας, τόσο σε επίπεδο επί μέρους περιοχών, όσο και σε παγκύπριο επίπεδο. Για τη διασφάλιση των αναγκαίων ποσοτήτων νερού, τίθεται ως προϋπόθεση η προσαρμογή στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται με την κλιματική αλλαγή, μέσω της αύξησης της δυναμικότητας του αφαλατωμένου νερού και της μεγιστοποίησης της αξιοποίησης του ανακυκλωμένου νερού. Προβλέπεται, επίσης, η υλοποίηση νέων έργων υποδομής καθώς και η αναβάθμιση και βελτιστοποίηση της λειτουργίας της υφιστάμενης υποδομής.

Κυβερνητικά Υδατικά Έργα: Ο μεγαλύτερος παροχέας πόσιμου νερού

Από την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας έχουν επενδυθεί πάρα πολλά για την ανάπτυξη των υδάτινων πόρων. Κατασκευάστηκαν μεγάλα Κυβερνητικά Υδατικά Έργα και το ΤΑΥ είναι σήμερα ο μεγαλύτερος παροχέας πόσιμου νερού, εξυπηρετώντας παράλληλα σημαντικό μέρος των αρδευτικών αναγκών. Τα Κυβερνητικά Υδατικά Έργα (ΚΥΕ) είναι τα φράγματα, τα έργα μεταφοράς και διανομής νερού άρδευσης και τα έργα μεταφοράς και διύλισης πόσιμου νερού. Παράλληλα, με τη δημιουργία των ΚΥΕ, τέθηκαν σε εφαρμογή σημαντικά μέτρα διαχείρισης της ζήτησης, όπως η χρήση προηγμένων συστημάτων άρδευσης, η τιμολόγηση και η ευαισθητοποίηση του κοινού.

Τα ΚΥΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της υδατικής υποδομής του τόπου, αφού εξυπηρετούν περίπου 80% των αναγκών σε πόσιμο νερό και πέραν του 30% των αναγκών άρδευσης. Οι υπόλοιπες ανάγκες εξυπηρετούνται από επιφανειακές ή υπόγειες πηγές. Όμως, οι πλείστοι υπόγειοι υδροφορείς είναι σε κακή ποσοτική και ποιοτική κατάσταση, αποτέλεσμα της υπεράντλησης, της μείωσης της βροχόπτωσης και της κατακράτησης των ροών. Από το 2010, οι αρμοδιότητες για ρύθμιση της άντλησης από τα υπόγεια ύδατα έχουν μεταφερθεί στο ΤΑΥ και γίνονται συνεχείς προσπάθειες για εξορθολογισμό, μέσω αυστηρών διαδικασιών αδειοδότησης γεωτρήσεων και υδροληψίας.

Αξιοποίηση αφαλάτωσης και ανακυκλωμένου νερού

Με την πάροδο των χρόνων, οι ανάγκες σε πόσιμο νερό πολλαπλασιάστηκαν, για διάφορους λόγους: κυρίως λόγω της οικονομικής ανάπτυξης και της βελτίωσης της ποιότητας ζωής, της αύξησης του μόνιμου πληθυσμού, καθώς και της αύξησης των αναγκών στον τουριστικό τομέα.  Στην προσπάθεια εξασφάλισης των αυξημένων αναγκών σε πόσιμο νερό, άρχισε το 1997 η χρήση αφαλατωμένου νερού, το οποίο διατίθεται μέσω των ΚΥΕ. Σήμερα λειτουργούν τέσσερις μόνιμες μονάδες αφαλάτωσης θαλάσσιου νερού συνολικής δυναμικότητας 220.000 κυβικών μέτρων ημερησίως και μέχρι το τέλος του 2020 αναμένεται να λειτουργήσει η νέα μονάδα αφαλάτωσης Πάφου, δυναμικότητας 15.000 κυβικών μέτρων ημερησίως.

Παράλληλα, από το 2000 άρχισε η επαναχρησιμοποίηση των τριτοβάθμια επεξεργασμένων υγρών οικιακών λυμάτων για άρδευση, με την τήρηση αυστηρών προτύπων ποιότητας και μεθόδους χρήσης.  Το ανακυκλωμένο νερό αποτελεί σταθερή πηγή νερού και συνδράμει σημαντικά στην κάλυψη των αρδευτικών αναγκών, ελευθερώνοντας ποσότητες φρέσκου νερού για άλλες χρήσεις. Σήμερα, πέραν του 97% του ανακυκλωμένου νερού αξιοποιείται για άρδευση με ασφάλεια, είτε απευθείας είτε μέσω εμπλουτισμού των υπόγειων υδροφορέων, καλύπτοντας περίπου 14% των συνολικών αναγκών άρδευσης, ποσοστό που θα αυξηθεί με την ολοκλήρωση των αποχετευτικών έργων σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.

Σωστή τιμολόγηση για προστασία του περιβάλλοντος και διασφάλιση των υδάτων

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία, το νερό αποτελεί κοινωνικοοικονομικό αλλά και περιβαλλοντικό αγαθό. Τα Κράτη Μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν μέτρα για προστασία και ορθολογική διαχείριση των υδάτων, ανάμεσα στα οποία και η τιμολόγηση. Κάθε καταναλωτής πρέπει να πληρώνει για την υπηρεσία που απολαμβάνει, συμβάλλοντας στην προστασία του περιβάλλοντος και στη διασφάλιση των υδάτων για τις επόμενες γενιές.  Η τιμολογιακή πολιτική πρέπει, επίσης, να εξασφαλίζει τα αναγκαία έσοδα για την ανάπτυξη και ορθή λειτουργία των υδατικών συστημάτων. Οι υποχρεώσεις αυτές έχουν ενσωματωθεί στην Κυπριακή Νομοθεσία και τυγχάνουν εφαρμογής, τόσο από το ΤΑΥ όσο και από τις Τοπικές Αρχές Υδατοπρομήθειας.

Στην Κύπρο υπάρχουν τρία Συμβούλια Υδατοπρομήθειας στις περιοχές Λευκωσίας, Λεμεσού και Λάρνακας, τα οποία είναι υπεύθυνα για την υδροδότηση των αστικών και περιαστικών περιοχών, ενώ για τις υπόλοιπες περιοχές ευθύνη έχουν τα δημοτικά ή κοινοτικά συμβούλια. Σήμερα, όλα τα Συμβούλια Υδατοπρομήθειας και πέραν των μισών δήμων και κοινοτήτων, αγοράζουν πόσιμο νερό από τα ΚΥΕ μέσω του ΤΑΥ, εξυπηρετώντας πέραν του 80% των συνολικών αναγκών παγκύπρια. Οι υπόλοιπες Τοπικές Αρχές λαμβάνουν νερό από δικές τους πηγές πόσιμου νερού, κυρίως γεωτρήσεις.

Τι πρέπει να γνωρίζουμε για την τιμολόγηση του νερού στην Κύπρο

Όλες οι κατά τόπους Τοπικές Αρχές υδατοπρομήθειας είναι αρμόδιες για την παροχή κατάλληλου πόσιμου νερού στους καταναλωτές των περιοχών τους, για τη λειτουργία και συντήρηση των δικτύων διανομής και για την τιμολόγηση του νερού. Οφείλουν, ακόμα, να χρησιμοποιούν τα έσοδα από την τιμολόγηση για σκοπούς λειτουργίας, συντήρησης και αναβάθμισης των δικτύων τους και για τη διαχείριση του νερού.

Το ΤΑΥ εφαρμόζει την τιμολογιακή πολιτική που καθορίζεται στη Νομοθεσία. Οι τιμές παροχής πόσιμου νερού από τα ΚΥΕ, οι οποίες εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, πρέπει να είναι ενιαίες και να οδηγούν σε πλήρη ανάκτηση του κόστους κατασκευής και λειτουργίας των σχετικών υποδομών καθώς και του κόστους περιβάλλοντος και φυσικού πόρου. Από τον Ιούνιο του 2017, η τιμή πώλησης πόσιμου νερού από τα ΚΥΕ προς τις Αρχές Υδατοπρομήθειας των περιοχών Λευκωσίας, Λεμεσού, Λάρνακας και Αμμοχώστου είναι 82 σεντ ανά κυβικό μέτρο. Αντίστοιχα, στην περιοχή Πάφου είναι 64 σεντ  ανά κυβικό μέτρο, με στόχο να γίνει ίδια με τις άλλες περιοχές εντός του 2020, ώστε να είναι ενιαία παγκύπρια.

Οι Τοπικές Αρχές με τη σειρά τους εφαρμόζουν κλιμακωτά τέλη, τα οποία βασίζονται στη χρήση ενός πάγιου τέλους και ενός συνδυασμού αύξουσων τιμών ανά κλίμακα κατανάλωσης. Όσο μεγαλώνει η κατανάλωση, η τιμή αυξάνεται σημαντικά. Η μέθοδος αυτή έχει αποδειχθεί ότι συντελεί στη συγκράτηση της αδικαιολόγητης κατανάλωσης.  Παράλληλα, οι τιμές αυτές πρέπει να οδηγούν σε κάλυψη των εξόδων για την αγορά / άντληση νερού και για την καλή λειτουργία των δικτύων διανομής. Όσο καλύτερη και άρτια είναι η λειτουργία των δικτύων, τόσο μειώνονται οι απώλειες, που αποτελούν μεγάλη οικονομική επιβάρυνση για την ίδια την Τοπική Αρχή, τους καταναλωτές και το κράτος που καταφεύγει σε παραγωγή επιπλέον ποσοτήτων αφαλατωμένου νερού, καθώς επίσης και για το περιβάλλον.